ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
- Απόσπασμα Από τα επίσημα πρακτικά της ΚΗ΄, 12 Νοεμβρίου 1984, Συνεδρίασης της Ολομέλειας της Βουλής, στην οποία ψηφίστηκε το παρακάτω σχέδιο νόμου:
Εισηγητική Έκθεση
Στο σχέδιο νόμου "Ποινικός κολασμός των βασανιστηρίων"
Με το υποβαλλόμενο προς ψήφιση σχέδιο Νόμου, η κυβέρνηση αποβλέπει στην υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής που περιλαμβάνεται στο άρθρο 7 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος. Η συνταγματική απαγόρευση των βασανιστηρίων προβλέπεται σε όλα τα Ελληνικά Συντάγματα και έχει την ελληνική ιστορική της ρίζα στα Συντάγματα της Επανάστασης του 21. Ήδη από εκείνη τη μεγάλη εποχή οι Έλληνες έχοντας, κάτω από την Τουρκοκρατία, τη φρικτή εμπειρία των βασανιστηρίων ως μεθόδου άσκησης της κρατικής εξουσίας, προβλέψανε στα Συντάγματα του αγωνιζόμενου για την ελευθερία του Έθνους «την δια παντός κατάργησιν των βασανιστηρίων» ως ηθικής αρχής που προστατεύει τόσο την υπόσταση του κάθε ανθρώπου, όσο και την ίδια την πολιτεία από διαστροφές της εξουσίας της. Πράγματι η απαγόρευση των βασανιστηρίων διατυπώθηκε στο άρθρο 99 του Συντάγματος της Επιδαύρου (1821), στο άρθρο 85 του Συντάγματος του Άστρους (1822), στο άρθρο 18 του Συντάγματος της Τροιζήνος (1827), στο άρθρο 43 του Συντάγματος του Άργους (1829). Την απαγόρευση αυτή επανέλαβαν και όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα. Προβλέπεται συγκεκριμένα στο άρθρο 13 του Συντάγματος του 1844, στο άρθρο 18 του Συντάγματος του 1864, στο άρθρο 18 του Συντάγματος του 1911, στο άρθρο 17 του Συντάγματος του 1927, το οποίο μάλιστα επιχείρησε με ερμηνευτική δήλωση και ορισμό των βασανιστηρίων, και στο άρθρο 18 του Συντάγματος του 1952.
Το Σύνταγμα όμως του 1975 έκανε ένα περαιτέρω βήμα και προέβλεψε όχι μόνο την απαγόρευση, αλλά και την τιμωρία των βασανιστηρίων και των αναλόγων προς αυτά φαινομένων. Γι’ αυτό το λόγο και το άρθρο 7 παρ. 2 περιλαμβάνει και τη συνταγματική εντολή προς το νομοθέτη να προβλέψει με νόμο την τιμωρία αυτή. Το σημαντικό αυτό βήμα οφείλεται στις τραγικές εμπειρίες του λαού μας κατά την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας, η οποία εφάρμοσε ως μέθοδο στήριξής της, τα βασανιστήρια και στιγματίστηκε γι’ αυτό το λόγο από το Συμβούλιο της Ευρώπης με την ιστορική του απόφαση 1969/1970.
Η συνταγματική όμως εντολή δεν υλοποιήθηκε από τις πρώτες μεταδικτατορικές κυβερνήσεις παρά το γεγονός ότι έγιναν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης σχετικές προτάσεις νόμων, οι οποίες όμως όλες απορρίφθηκαν από την τότε κυβερνητική πλειοψηφία, ενώ η κάλυψη του σχετικού κενού στην ποινική μας νομοθεσία, εκτός του ότι είναι συνταγματικά επιβεβλημένη, είναι αναγκαία και για τους εξής λόγους:
1. Η πρόβλεψη του ποινικού κολασμού των βασανιστηρίων επιβάλλεται ως αξιοποίηση των λαϊκών βιωμάτων από την εποχή της δραματικής επταετίας. Η αξιοποίηση αυτή τονίζει και ενισχύει τον βαθύτατα δημοκρατικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η κρατική εξουσία και προσδίδει έτσι στη σχετική ποινική διάταξη σοβαρό παιδαγωγικό χαρακτήρα τόσο για την τωρινή όσο και για τις ερχόμενες γενιές.
2. Με την αναγωγή των βασανιστηρίων σε αυτοτελές έγκλημα αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε κάθε κρατική εξουσία να μεταβάλλεται η βία σε μέσο άσκησης της κρατικής εξουσίας, φαινόμενο που στη σύγχρονη εποχή, όπως διδάσκει η διεθνής εμπειρία, βρίσκεται σε έξαρση. Ειδικά μάλιστα όταν η μέθοδος αυτή προσλαμβάνει 1 Πρόκειται για το Ν. 1500/1984, ΦΕΚ 191, τ. Α΄.
την απαίσια μορφή βασανιστηρίων, τότε συνιστά αληθινή διαστροφή του κρατικού μηχανισμού που όχι μόνο θίγει με τρόπο πολύ οδυνηρό τα αγαθά του βασανιζόμενου και προπαντώς την συνταγματικά προστατευόμενη ανθρώπινη αξία του, αλλά που προσβάλλει και τον ουσιαστικό πυρήνα του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος που συνιστάται ακριβώς, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, «στο σεβασμό και στην προστασία της αξίας του ανθρώπου». Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε δεν είναι καθόλου ικανοποιητική η λύση, ότι περιπτώσεις βασανισμών είναι δυνατόν να τιμωρηθούν με βάση άλλες διατάξεις του Π.Κ. που όμως προστατεύουν τα αγαθά του ατόμου.
3. Ο ποινικός κολασμός των βασανιστηρίων είναι επιπλέον αναγκαίος και για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας και διεθνούς συνέπειας της χώρας μας. Η Ελλάδα, ως χώρα που γνώρισε δυστυχώς, στο πρόσφατο παρελθόν της τυρρανικό καθεστώς στηριγμένο στη μέθοδο των βασανιστηρίων, έχει υποχρέωση να πρωτοστατήσει στις σχετικές διεθνείς προσπάθειες που καταβάλλονται τόσο από τα Ηνωμένα Έθνη, όσο και από το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους Διεθνείς Οργανισμούς, για τον ποινικό κολασμό των βασανιστηρίων. Και πράγματι μεταδικτατορικά η Ελλάδα πρωτοστάτησε στις σχετικές διεθνείς διαβουλεύσεις με τον τότε εκπρόσωπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην προώθηση των προσπαθειών για τη διεθνή καταδίκη των βασανιστηρίων. Παρά το γεγονός όμως αυτό, επίμονη υπήρξε η κυβερνητική άρνηση να ακολουθηθεί ο ίδιος δρόμος και στο εσωτερικό. Έτσι, η χώρα μας παρουσιάζεται αντιφατική και διεθνώς ασυνεπής. Είναι και αυτός ένας επιπλέον σημαντικός λόγος που επιβάλλει την προτεινόμενη θέσπιση της ποινικής τιμωρίας των βασανιστηρίων. Με το σχέδιο νόμου που έχει υποβληθεί στην Εθνική Αντιπροσωπεία προτείνεται οι σχετικές διατάξεις να ενταχθούν στον Π.Κ. και μάλιστα στο πρώτο κεφάλαιο του ειδικού μέρους που φέρει τον τίτλο «Προσβολές του Πολιτεύματος».
Η λύση αυτή ενδείκνυται για δύο λόγους:
α) Καθιστά σαφέστατο ότι το έγκλημα των βασανιστηρίων δεν προσβάλλει μόνο τα αγαθά του ατόμου - αυτά προστατεύονται ούτως ή άλλως και από άλλες διατάξεις του Π.Κ. - αλλά κυρίως την ίδια την υπόσταση της Πολιτείας, η οποία ως δημοκρατική αισθάνεται η ίδια βαθύτατα θιγόμενη από τη διαστροφή της εξουσίας της, με απανθρωπιές που κακοποιούν την ανθρώπινη αξία.
β) Ανταποκρίνεται πιστά στο πνεύμα του Συντάγματος το οποίο ακριβώς υλοποιεί. Γιατί το Σύνταγμα στο Πρώτο Τμήμα του, που έχει τον τίτλο «Μορφή του Πολιτεύματος» περιλαμβάνει δύο διατάξεις: Το άρθρο 1 που καθορίζει το δημοκρατικό χαρακτήρα και τη δομή του πολιτεύματός μας και το άρθρο 2 που ορίζει ως ουσία του πολιτεύματος αυτού το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Όπως επομένως το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας που θίγει το χαρακτήρα και τη δομή της Πολιτείας ως δημοκρατικής, συνιστά έγκλημα προσβολής του Πολιτεύματος, έτσι και τα βασανιστήρια, που θίγουν σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του Συντάγματος την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, πρέπει και αυτά να χαρακτηριστούν ως εγκλήματα κατά του Πολιτεύματος και να ενταχθούν στο σχετικό Πρώτο Κεφάλαιο του Ειδικού Μέρους του Π.Κ., αφού ο σεβασμός στην αξία του ανθρώπου αποτελεί, κατά τη ρητή συνταγματική θέληση, στοιχείο της μορφής του Πολιτεύματος και μάλιστα τον ουσιαστικό του πυρήνα.
Ειδικώτερα: Με το άρθρο 1 του νομοσχεδίου: προστίθεται στο κεφάλαιο Α του Ειδικού Μέρους του Π.Κ., άρθρο 137 που έχει τέσσερις παραγράφους. Στην πρώτη παράγραφο ορίζεται η βασική νομοτυπική μορφή του εγκλήματος. Διαφέρει η παράγραφος αυτή σημαντικά από τη συγγενή διάταξη του άρθρου 239 Π.Κ. για την «κατάχρηση εξουσίας». Υποκείμενο του εγκλήματος δεν είναι εδώ μόνο ο υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων. Είναι επίσης και ο υπάλληλος ή ο στρατιωτικός που διώκει, ανακρίνει ή εξετάζει πειθαρχικά παραπτώματα ή έχει την αρμοδιότητα στην εκτέλεση των ποινών ή στη φύλαξη ή την επιμέλεια κρατουμένων (όπως ο γιατρός φυλακής ή στρατοπέδου) ή και εκείνος που σφετερίζεται τέτοια καθήκοντα είτε με εντολή των προϊσταμένων του είτε και αυτοβούλως. Η ρητή μνεία και του στρατιωτικού (μόνιμου ή έφεδρου) γίνεται για την αποφυγή οιασδήποτε αμφισβήτησης ή σύγχυσης.
β) Δεν περιορίζεται ο σκοπός της χρήσης των βασανιστηρίων στην απόφαση απ’ το βασανιζόμενο ή από τρίτο μόνο κατάθεσης, αλλά περιλαμβάνει και την προσπάθεια να επιτευχθεί και ομολογία ή πληροφορία και οποιαδήποτε δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας που αποτέλεσε πρακτική ταπείνωσης και εξευτελισμού χιλιάδων πολιτών στον τόπο μας σε περιόδους οξύτητας στην πολιτική αντιπαράθεση.
Σκοπός των βασανιστηρίων μπορεί επίσης να είναι και η τιμωρία ή ο εκφοβισμός του βασανιζόμενου ή τρίτου προσώπου, πράξεις που μέχρι τώρα δεν εκαλύπτοντο από τη διάταξη του άρθρου 239 Π.Κ. για την κατάχρηση εξουσίας. Στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου δίνεται ορισμός των βασανιστηρίων. Ως βάση του ορισμού αυτού τέθηκαν τόσο τα πρόσφατα σχέδια του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης όσο και οι προτάσεις Νόμων της αντιπολίτευσης και ιδίως εκείνες που είχε υποβάλει στις 24 Ιουνίου 1978 το ΠΑΣΟΚ στη Βουλή. Οι προτάσεις αυτές αξιοποιούσαν προπαντώς τις πρόσφατες ελληνικές εμπειρίες. Στην τρίτη παράγραφο προβλέπεται - σύμφωνα με τη διάκριση που γίνεται στην παρ. 2 του άρθρου 7 του Συντάγματος - ο ποινικός κολασμός και των άλλων αναλόγων προς τα βασανιστήρια με στενή έννοια προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η πρόβλεψη αυτή ακολουθεί πιστά την παράθεση των περιπτώσεων αυτών, όπως γίνεται στην παραπάνω διάταξη του Συντάγματος. Η νομοτεχνική αυτή μέθοδος, να προβλεφθούν δηλαδή ειδικά τα βασανιστήρια με στενή έννοια και ξεχωριστά οι ανάλογες με αυτά μορφές συμπεριφοράς, που συνιστούν βέβαια βασανιστήρια υπό ευρύτερη έννοια, είναι συνταγματικά επιβεβλημένη. Γιατί ακριβώς το Σύνταγμα καθορίζει ότι πρέπει να χαρακτηρισθούν με νόμο ως αξιόποινες οι «βάσανοι» και στη συνέχεια «οιαδήποτε σωματική κάκωσις, βλάβη υγείας ή άσκησις ψυχολογικής βίας ως και πάσα ετέρα προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας». Για να δοθεί δε στον εφαρμοστή του νόμου κατευθυντήρια γραμμή για την ερμηνεία του όρου αξιοπρέπεια παρατίθενται στο προτεινόμενο σχέδιο νόμου ενδεικτικά και τρεις περιπτώσεις που και η ελληνική και η διεθνής εμπειρία τις χαρακτηρίζουν αναμφίβολα σας αξιόποινες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που συνιστούν υπό ευρεία έννοια βασανιστήρια.
Έτσι προβλέπεται ενδεικτικά η χρήση μηχανήματος που καλείται «ανιχνευτής αλήθειας» και που κατά την νομολογία Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων θεωρείται προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, γιατί μεταβάλει τον άνθρωπο σε απλό αντικείμενο και μέσο απόδειξης εναντίον του ίδιου του εαυτού του. Επίσης, ενδεικτικά αναφέρεται και η παρατεταμένη απομόνωση που και η ελληνική εμπειρία τη γνωρίζει ως πολύ σκληρό μέσο βασανισμού και οι διεθνείς συμβάσεις του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού την απαγορεύουν όπως π.χ. και εκείνη που είχε συναφθεί μεταξύ του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και του πρόσφατου ελληνικού δικτατορικού καθεστώτος. Ακόμη προβλέπεται ενδεικτικά και η περίπτωση της σοβαρής προσβολής της γεννετήσιας αξιοπρέπειας, όπως είναι π.χ. η γνωστή περίπτωση από τη δικτατορία της ανάκρισης γυναίκας γυμνής. Τέλος, η τέταρτη παράγραφος τίθεται για να οριοθετήσει σωστά νόμιμες ενέργειες. Η οριοθέτηση αυτή προτείνεται διεθνώς κυρίως από Σουηδικά, Ελβετικά αλλά και άλλα σχέδια διεθνών συμβάσεων περί των βασανιστηρίων. Έτσι με τη διάταξη αυτή αποτρέπεται η δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων και ξεκαθαρίζεται ότι συνέπειες συμφυείς προς νόμιμες στερήσεις της ελευθερίας και νόμιμα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού όπως π.χ. η σωματική έρευνα, η υποβολή σε αλκοτέστ και διάφορες μορφές ιατρικής ή άλλης πραγματογνωμοσύνης, δεν εμπίπτουν στις προτεινόμενες διατάξεις.
Με το δεύτερο άρθρο του νομοσχεδίου, που προσθέτει άρθρο με τον αριθμό 137 Α στο Ειδικό Μέρος του Π.Κ., προβλέπονται διακεκριμένες, δηλαδή αυστηρότερα τιμωρούμενες, μορφές των αδικημάτων του προηγούμενου άρθρου, με βάση:
α) τα μέσα ή τους τρόπους διάπραξης του εγκλήματος σύμφωνα με τις πικρές ελληνικές εμπειρίες.
β) το είδος της τυχόν βλάβης που προξενήθηκε στο θύμα.
γ) την επικινδυνότητα του δράστη, και
δ) την ιδιότητα του υπαίτιου ως προϊσταμένου που έδωσε την εντολή να εφαρμοσθούν τα βασανιστήρια που τελέσθηκαν.
Με το άρθρο 3 του νομοσχεδίου προστίθεται άρθρο με αριθμό 137 Γ στο Ειδικό Μέρος του Π.Κ. το οποίο προβλέπει την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως παρεπόμενη ποινή, στην οποία βέβαια περιλαμβάνει και την αποβολή από τη δημόσια υπηρεσία του δράστη των βασανιστηρίων. Η σκοπιμότητα του μέτρου αυτού είναι αυτονόητη, γιατί τέτοιο πρόσωπο δεν έχει θέση στον κρατικό μηχανισμό. Η παραμονή του σ’ αυτόν και επικίνδυνη θα ήταν και θα έθιγε τη δημοκρατική καθαρότητα της δημόσιας υπηρεσίας.
Με το άρθρο 4 του νομοσχεδίου προστίθεται άρθρο με τον αριθμό 137 Δ στο Ειδικό Μέρος του Π.Κ. με το οποίο ρυθμίζονται τα ακόλουθα θέματα:
α) με τις δύο πρώτες παραγράφους ορίζεται ότι ούτε η κατάσταση ανάγκης ούτε η προσταγή αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης.
β) με την παράγραφο 3 ρυθμίζεται το θέμα της παραγραφής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 120 παρ. 3 του Συντάγματος σε περίπτωση «σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας».
γ) με την παράγραφο 4 καθίσταται το Δημόσιο υπόχρεο εις ολόκληρον με τον δράστη για τις ζημίες που υπέστη ο παθών και για την χρηματική ικανοποίησή του για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη. Η ρύθμιση αυτή γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 105 και επόμενα του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Με το άρθρο 5 του νομοσχεδίου καθίσταται επικουρική η διάταξη του άρθρου 239 εδαφ. α΄ του Π.Κ. απέναντι στα νέα άρθρα του, που παίρνουν τους αριθμούς 137 Α και 137 Β. Αυτό το σχέδιο νόμου έχουμε την τιμή να υποβάλουμε στην κρίση της Εθνικής Αντιπροσωπείας και παρακαλούμε για την επιψήφισή του. Πρέπει δε σχετικά τέλος να παρατηρηθεί ότι με την ψήφισή του η Ελλάδα θα είναι διεθνώς η πρώτη Χώρα η οποία θα έχει νομοθετήσει ρητά και ευθέως τον ποινικό κολασμό των βασανιστηρίων, δίνοντας έτσι και το σχετικό υπόδειγμα.
Αθήνα, 15 Μαΐου 1984
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης
Γ. Α. ΜΑΓΚΑΚΗΣ .
|
|