ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
3.Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων
και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης
ή τιμωρίας, 1984
Μέρος Πρώτο
Άρθρο 1
- Για τους σκοπούς αυτής της σύμβασης, ο όρος "βασανιστήρια"
σημαίνει κάθε πράξη με την οποία, σωματικός ή ψυχικός πόνος ή
έντονη οδύνη επιβάλλονται με πρόθεση σε ένα πρόσωπο, με σκοπό
ιδίως να αποκτηθούν από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο πληροφορίες ή
ομολογίες, να τιμωρηθεί για μια πράξη που αυτό ή τρίτο πρόσωπο
έχει διαπράξει ή είναι ύποπτο ότι την έχει διαπράξει, να εκφοβησθεί
ή να εξαναγκασθεί αυτός ή τρίτο πρόσωπο, ή για κάθε άλλο λόγο
που βασίζεται σε διάκριση οποιασδήποτε μορφής, εφ' όσον ένας τέτοιος
πόνος ή οδύνη επιβάλλονται από δημόσιο λειτουργό ή κάθε άλλο πρόσωπο
που ενεργεί με επίσημη ιδιότητα ή με την υποκίνηση ή τη συναίνεση
ή την ανοχή του. Δεν περιλαμβάνονται ο πόνος ή η οδύνη που προέρχονται
μόνον από πράξεις συμφυείς ή παρεμπίπτουσες προς νόμιμες κυρώσεις.
- Αυτό το άρθρο δεν θίγει την εφαρμογή οποιωνδήποτε διεθνών συμφωνιών
ή εθνικών νόμων που περιλαμβάνουν ή μπορεί να περιλάβουν διατάξεις
ευρύτερης εφαρμογής.
Άρθρο 2
- Κάθε κράτος-Μέρος λαμβάνει αποτελεσματικά νομοθετικά, διοικητικά,
δικαστικά ή άλλα μέτρα για να προλαμβάνει πράξεις βασανιστηρίων
σε κάθε εδαφική περιοχή που υπάγεται στη δικαιοδοσία του.
- Καμιά απολύτως εξαιρετική περίσταση, είτε αποτελεί κατάσταση
πολέμου ή απειλή πολέμου, εσωτερική πολιτική αστάθεια ή κάθε άλλη
κατάσταση ανάγκης, δεν μπορεί να προβληθεί ως δικαιολογία για
βασανιστήρια.
- Εντολή προϊσταμένου ή δημόσιας αρχής δεν μπορεί να προβληθεί
ως δικαιολογία για βασανιστήρια.
Άρθρο 3
- Κανένα κράτος-Μέρος δεν θα απελαύνει, δεν θα επαναπροωθεί ("REFOULER")
ούτε θα εκδίδει πρόσωπο σε άλλο κράτος, όπου θα υπάρχουν ουσιώδεις
λόγοι να πιστεύεται ότι αυτό το πρόσωπο θα κινδυνεύσει να υποστεί
βασανιστήρια.
- Με σκοπό να καθοριστεί, αν υπάρχουν αυτοί οι λόγοι, οι αρμόδιες
αρχές θα λάβουν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, που περιλαμβάνουν
ενδεχομένως, την ύπαρξη στο κράτος για το οποίο πρόκειται ενός
συνόλου συστηματικών, σοβαρών, κατάφωρων ή μαζικών παραβιάσεων
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Άρθρο 4
- Κάθε κράτος-Μέρος μεριμνά, ώστε όλες οι πράξεις βασανιστηρίων
να αποτελούν εγκλήματα σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο. Το ίδιο
ισχύει για την απόπειρα διάπραξης βασανιστηρίων ή για κάθε πράξη
οποιουδήποτε προσώπου που συνιστά συνεργεία ή συμμετοχή σε βασανιστήρια.
- Κάθε κράτος-Μέρος προβλέπει για τα εγκλήματα αυτά κατάλληλες
ποινές, για τον καθορισμό των οποίων λαμβάνεται υπόψη ο σοβαρός
χαρακτήρας αυτών των εγκλημάτων.
Άρθρο 5
- Κάθε κράτος-Μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη θεμελίωση
της δικαιοδοσίας του στα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4
στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν το έγκλημα διαπράχθηκε σε οποιαδήποτε εδαφική περιοχή
της δικαιοδοσίας του ή σε πλοίο ή σε αεροσκάφος που είναι εγγεγραμμένοι
σ' αυτό το κράτος,
β) όταν ο θεωρούμενος ως δράστης είναι υπήκοος αυτού του κράτους,
γ) όταν το θύμα είναι υπήκοος αυτού του κράτους και το κράτος
αυτό το θεωρεί αναγκαίο.
- Κάθε κράτος-Μέρος λαμβάνει επίσης τα αναγκαία μέτρα για τη
θεμελίωση της δικαιοδοσίας του σ' αυτά τα εγκλήματα στις περιπτώσεις
που ο θεωρούμενος ως δράστης βρίσκεται σε οποιαδήποτε εδαφική
περιοχή της δικαιοδοσίας του και το κράτος αυτό δεν τον εκδίδει,
σύμφωνα με το άρθρο 8, σε ένα από τα κράτη που αναφέρονται στην
παράγραφο 1 αυτού του άρθρου.
- Αυτή η σύμβαση δεν αποκλείει την ποινική δικαιοδοσία που ασκείται
σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο.
Άρθρο 6
- Εάν κρίνεται, μετά από εξέταση των πληροφοριών που έχει στη
διάθεσή του, ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν, κάθε κράτος-Μέρος,
στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ένα πρόσωπο που θεωρείται ότι
έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα απ' αυτά που αναφέρονται στο άρθρο
4, το θέτει υπό κράτηση ή λαβαίνει κάθε άλλο νόμιμο μέτρο, αναγκαίο
για την εξασφάλιση της παρουσίας του. Αυτή η κράτηση και τα άλλα
νόμιμα μέτρα πρέπει να είναι σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του
κράτους, αλλά δεν μπορεί να συνεχίζονται παρά μόνο για όσο χρονικό
διάστημα είναι αναγκαίο για την άσκηση ποινικής δίωξης ή της διαδικασίας
έκδοσης.
- Αυτό το κράτος προβαίνει αμέσως σε μια προκαταρτική έρευνα
των πραγματικών περιστατικών.
- Κάθε πρόσωπο που βρίσκεται σε κράτηση, σε εφαρμογή της παραγράφου
1 αυτού του άρθρου, μπορεί να επικοινωνεί αμέσως με τον πλησιέστερο
αρμόδιο αντιπρόσωπο του κράτους του οποίου είναι υπήκοος ή, αν
δεν έχει ιθαγένεια, με τον αντιπρόσωπο του κράτους όπου συνήθως
διαμένει.
- Όταν ένα κράτος, σύμφωνα με αυτό το άρθρο, έχει θέσει ένα πρόσωπο
υπό κράτηση, γνωστοποιεί αμέσως στα κράτη που αναφέρονται στο
άρθρο 5, παράγραφος 1, το γεγονός ότι αυτό το πρόσωπο κρατείται
και τις συνθήκες που δικαιολογούν την κράτησή του. Το κράτος που
προβαίνει στην προκαταρκτική έρευνα, που προβλέπεται στην παράγραφο
2 αυτού του άρθρου, αναφέρει αμέσως τα αποτελέσματα των ερευνών
του στα ανωτέρω κράτη και τους δηλώνει αν σκοπεύει ν' ασκήσει
την δικαιοδοσία του.
Άρθρο 7
- Το κράτος-Μέρος, στην εδαφική περιοχή της δικαιοδοσίας του
οποίου βρίσκεται το πρόσωπο που θεωρείται ότι έχει διαπράξει ένα
έγκλημα απ' αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 4, αν δεν το εκδώσει,
διαβιβάζει την υπόθεση στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο
5 στις αρμόδιες αρχές του με σκοπό την ποινική δίωξη.
- Αυτές οι αρχές λαμβάνουν την απόφασή τους κατά τον ίδιο τρόπο,
όπως στην περίπτωση κάθε κοινού σοβαρού εγκλήματος, σύμφωνα με
το δίκαιο αυτού του κράτους. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται
στο άρθρο 5, παράγραφος 2, οι κανόνες της απόδειξης που εφαρμόζονται
στην ποινική δίωξη και την καταδίκη δεν είναι με κανένα τρόπο
λιγότερο αυστηροί από εκείνους που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις
που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1.
- Κάθε πρόσωπο, το οποίο διώκεται σε σχέση με οποιοδήποτε από
τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4, απολαμβάνει τις εγγυήσεις
μιας δίκαιης μεταχείρισης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.
Άρθρο 8
- Τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4 περιλαμβάνονται αυτοδίκαια
σε κάθε συνθήκη έκδοσης που υπάρχει μεταξύ των κρατών-Μερών. Τα
κράτη-Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να περιλαμβάνουν τα εγκλήματα
αυτά σε κάθε σύμβαση έκδοσης που πρόκειται να συναφθεί μεταξύ
τους.
- Αν ένα κράτος-Μέρος, που εξαρτά την έκδοση από την ύπαρξη μιας
συνθήκης, λάβει μια αίτηση για έκδοση από ένα άλλο κράτος-Μέρος
με το οποίο δεν έχει συνθήκη έκδοσης, μπορεί να θεωρήσει αυτή
τη σύμβαση ως τη νομική βάση για την έκδοση γι' αυτά τα εγκλήματα.
Η έκδοση θα υπόκειται στους λοιπούς όρους που προβλέπονται από
το δίκαιο του κράτους που λαβαίνει την αίτηση.
- Τα κράτη-Μέρη που δεν εξαρτούν την έκδοση από την ύπαρξη συνθήκης
αναγνωρίζουν αυτά τα εγκλήματα ως εγκλήματα για τα οποία επιτρέπεται
η έκδοση μεταξύ τους, με τους όρους που προβλέπονται από το δίκαιο
του κράτους που λαβαίνει την αίτηση.
- Αυτά τα εγκλήματα αντιμετωπίζονται για το σκοπό της έκδοσης
μεταξύ των κρατών-Μερών, σαν να είχαν διαπραχθεί τόσο στον τόπο
στον οποίο διαπράχθηκαν, όσο και στις εδαφικές περιοχές των κρατών
που υποχρεούνται να θεμελιώσουν την δικαιοδοσία τους, σύμφωνα
με το άρθρο 5, παράγραφος 1.
Άρθρο 9
- Τα κράτη-Μέρη παρέχουν μεταξύ τους τη μέγιστη δυνατή συνδρομή
σε κάθε ποινική διαδικασία που ασκείται αναφορικά με τα εγκλήματα
που αναφέρονται στο άρθρο 4, στην οποία περιλαμβάνεται η παροχή
όλου του αποδεικτικού υλικού που βρίσκεται στη διάθεσή τους και
είναι απαραίτητο για τη σχετική διαδικασία.
- Τα κράτη-Μέρη εκτελούν τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν
από την παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, σύμφωνα με τις συνθήκες
για αμοιβαία δικαστική συνδρομή που μπορεί να υφίστανται μεταξύ
τους.
Άρθρο 10
- Κάθε κράτος-Μέρος μεριμνά, ώστε η εκπαίδευση και η πληροφόρηση
η σχετική με την απαγόρευση των βασανιστηρίων να περιλαμβάνεται
πλήρως στην επαγγελματική εκπαίδευση του προσωπικού, πολιτικού
ή στρατιωτικού, αρμόδιου για την εφαρμογή των νόμων, του ιατρικού
προσωπικού, των δημοσίων λειτουργών και των άλλων προσώπων που
μπορεί να απασχοληθούν με την κράτηση, ανάκριση ή μεταχείριση
κάθε ατόμου που υπόκειται σε κάθε είδους σύλληψη, κράτηση ή φυλάκιση.
- Κάθε κράτος-Μέρος περιλαμβάνει αυτήν την απαγόρευση στους κανόνες
ή τις οδηγίες που εκδίδει σχετικά με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες
αυτών των προσώπων.
Άρθρο 11
Κάθε κράτος-Μέρος ασκεί συστηματική εποπτεία επί των κανόνων,
οδηγιών, μεθόδων και πρακτικών ανάκρισης και των διατάξεων που
αφορούν την κράτηση και τη μεταχείριση προσώπων που συλλαμβάνονται,
κρατούνται ή φυλακίζονται με οποιοδήποτε τρόπο, σε όλες τις εδαφικές
περιοχές της δικαιοδοσίας του, με σκοπό την παρεμπόδιση κάθε περίπτωσης
βασανιστηρίων.
Άρθρο 12
Κάθε κράτος-Μέρος μεριμνά, ώστε οι αρμόδιες αρχές του να προβαίνουν
σε ταχεία και αμερόληπτη έρευνα, οπουδήποτε υπάρχει εύλογη αιτία
να πιστεύεται ότι έχει διαπραχθεί μια πράξη βασανιστηρίων σε οποιαδήποτε
εδαφική περιοχή της δικαιοδοσίας του.
Άρθρο 13
Κάθε κράτος-Μέρος εξασφαλίζει, ώστε κάθε άτομο, που ισχυρίζεται
ότι έχει υποστεί βασανιστήρια σε οποιαδήποτε εδαφική περιοχή της
δικαιοδοσίας του, να έχει το δικαίωμα να προσφεύγει και να ζητά
την εξέταση της περίπτωσής του γρήγορα και αμερόληπτα από τις
αρμόδιες αρχές του. Θα ληφθούν μέτρα που θα εξασφαλίζουν την προστασία
του προσφεύγοντος και των μαρτύρων από κάθε κακή μεταχείριση ή
εκφοβισμό ως συνέπεια της προσφυγής του ή οποιασδήποτε κατάθεσης
που δόθηκε.
Άρθρο 14
- Κάθε κράτος-Μέρος στα πλαίσια του νομικού του συστήματος εγγυάται
στο θύμα μιας πράξης βασανιστηρίων το δικαίωμα να επιτύχει αποκατάσταση
και να αποζημιωθεί δίκαια και πλήρως, όπου περιλαμβάνονται και
τα απαραίτητα μέσα για την κατά το δυνατό πληρέστερη ικανοποίηση.
Σε περίπτωση θανάτου του θύματος που προήλθε από μια πράξη βασανιστηρίων
οι εκδοχείς του έχουν το δικαίωμα για αποζημίωση.
- Το άρθρο αυτό δεν αποκλείει τα δικαιώματα του θύματος ή άλλων
προσώπων για αποζημίωση που μπορεί να υφίστανται σύμφωνα με το
εθνικό του δίκαιο.
Άρθρο 15
Κάθε κράτος-Μέρος μεριμνά, ώστε κάθε κατάθεση η οποία αποδεικνύεται
ότι είναι αποτέλεσμα βασανιστηρίων να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί
ως αποδεικτικό στοιχείο σε καμιά διαδικασία, παρά μόνον εναντίον
του προσώπου που κατηγορείται για βασανιστήρια, ως αποδεικτικό
στοιχείο ότι έχει γίνει η κατάθεση αυτή.
Άρθρο 16
- Κάθε κράτος-Μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εμποδίζει σε
οποιαδήποτε εδαφική περιοχή της δικαιοδοσίας του άλλες πράξεις
σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας που
δεν συνιστούν βασανιστήρια, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1, όταν
αυτές οι πράξεις γίνονται ή υποκινούνται ή διαπράττονται με τη
συναίνεση ή ανοχή ενός δημόσιου υπαλλήλου ή άλλου προσώπου που
ενεργεί με επίσημη ιδιότητα. Ιδιαίτερα, οι υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται
στα άρθρα 10, 11,12 και 13 εφαρμόζονται με την αντικατάσταση της
αναφοράς στα βασανιστήρια με την αναφορά στους άλλους τρόπους
σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.
- Οι διατάξεις αυτής της σύμβασης δεν θίγουν τις διατάξεις οποιασδήποτε
άλλης διεθνούς συμφωνίας ή εσωτερικού νόμου που απαγορεύει τη
σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ή που έχει
σχέση με την έκδοση ή την απέλαση.
Μέρος Δεύτερο
Άρθρο 17
- Δημιουργείται μια Επιτροπή κατά των βασανιστηρίων (στο εξής
θα αποκαλείται Επιτροπή) που έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται
παρακάτω. Η Επιτροπή αποτελείται από δέκα εμπειρογνώμονες υψηλού
ήθους και αναγνωρισμένης ειδίκευσης στον τομέα των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων, που θα μετέχουν με την προσωπική τους ιδιότητα. Οι
εμπειρογνώμονες εκλέγονται από τα κράτη-Μέρη, αφού ληφθεί υπόψη
η δίκαιη γεωγραφική κατανομή και ότι είναι συμφέρον να συμμετέχουν
στις εργασίες της Επιτροπής μερικά πρόσωπα που έχουν νομική εμπειρία.
- Τα μέλη της Επιτροπής εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία από έναν
κατάλογο υποψηφίων που ορίζονται από τα κράτη-Μέρη. Κάθε κράτος-Μέρος
μπορεί να ορίζει έναν υποψήφιο μεταξύ των υπηκόων του. Τα κράτη-Μέρη
λαμβάνουν υπόψη ότι είναι συμφέρον να υποδεικνύουν ως υποψηφίους
πρόσωπα που είναι επίσης μέλη της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,
που ιδρύθηκε σύμφωνα με το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά
Δικαιώματα και που επιθυμούν να μετάσχουν στην Επιτροπή κατά των
βασανιστηρίων.
- Οι εκλογές των μελών της Επιτροπής γίνονται κάθε δύο χρόνια
σε συνόδους των κρατών-Μερών που συγκαλούνται από το Γενικό Γραμματέα
του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Σ' αυτές τις συνόδους, για τις
οποίες τα δύο τρίτα των κρατών-Μερών αποτελούν απαρτία, οι υποψήφιοι
που εκλέγονται στην Επιτροπή είναι εκείνοι που λαμβάνουν το μεγαλύτερο
αριθμό των ψήφων των αντιπροσώπων των κρατών-Μερών που είναι παρόντα
και ψηφίζουν.
- Η πρώτη εκλογή θα γίνει το αργότερο έξι μήνες μετά την ημερομηνία
που αυτή η σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει. Τουλάχιστον τέσσερις
μήνες πριν την ημερομηνία κάθε εκλογής, ο Γενικός Γραμματέας του
Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών απευθύνει επιστολή στα κράτη-Μέρη προσκαλώντας
τα να ορίσουν τους υποψηφίους τους, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών.
Ο Γενικός Γραμματέας καταρτίζει, με αλφαβητική σειρά, κατάλογο
όλων των υποψηφίων που ορίζονται μ' αυτό τον τρόπο, αναφέροντας
τα κράτη-Μέρη που τους έχουν ορίσει και τον κοινοποιεί στα κράτη-Μέρη.
- Τα μέλη της Επιτροπής εκλέγονται για μια περίοδο τεσσάρων ετών.
Μπορούν να επανεκλέγονται αν προταθούν εκ νέου. Εν τούτοις, η
θητεία πέντε μελών εκλεγμένων κατά την πρώτη εκλογή θα λήξει στο
τέλος των δύο ετών αμέσως μετά την πρώτη εκλογή τα ονόματα αυτών
των πέντε μελών θα επιλεγούν με κλήρωση από τον πρόεδρο της συνόδου
που αναφέρονται στην παράγραφο 3 αυτού του άρθρου.
- Αν ένα μέλος της Επιτροπής αποβιώσει, αποχωρήσει ή για κάποιο
άλλο λόγο δεν μπορεί πλέον να εκτελεί τα καθήκοντά του στην Επιτροπή,
το κράτος-Μέρος που το όρισε ορίζει έναν άλλο εμπειρογνώμονα από
τους υπηκόους του για να υπηρετήσει στην Επιτροπή το υπόλοιπο
της θητείας του, εφ' όσον το εγκρίνει η πλειοψηφία των κρατών-Μερών.
Η έγκριση θεωρείται ότι δόθηκε, εκτός αν τα μισά ή περισσότερα
από τα κράτη-Μέρη απαντήσουν αρνητικά μέσα σε έξι εβδομάδες αφότου
τους γνωστοποιηθεί ο προτεινόμενος διορισμός από τον Γενικό Γραμματέα
του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
- Οι δαπάνες των μελών της Επιτροπής για το χρονικό διάστημα
κατά το οποίο εκτελούν τα καθήκοντά τους βαρύνουν τα κράτη-Μέρη.
Άρθρο 18
- Η Επιτροπή εκλέγει τα μέλη του γραφείου της για μια περίοδο
δύο ετών. Τα μέλη αυτά μπορούν να επανεκλέγονται.
- Η Επιτροπή καταρτίζει τον εσωτερικό της κανονισμό, ο οποίος
πάντως περιέχει, κυρίως, τις εξής διατάξεις:
α) έξι μέλη συνιστούν απαρτία,
β) οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων
μελών.
- Ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών παρέχει
στην Επιτροπή το απαραίτητο προσωπικό και τις εγκαταστάσεις για
την αποτελεσματική εκτέλεση των λειτουργιών που της έχουν ανατεθεί,
σύμφωνα μ' αυτή την σύμβαση.
- Ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών συγκαλεί
την πρώτη σύνοδο της Επιτροπής. Μετά την πρώτη σύνοδο, η Επιτροπή
συνέρχεται κατά τα χρονικά διαστήματα που προβλέπονται από τον
κανονισμό λειτουργίας της.
- Τα κράτη-Μέρη είναι υπεύθυνα για τις δαπάνες που γίνονται σε
σχέση με τις συνόδους των κρατών-Μερών και της Επιτροπής, στις
οποίες περιλαμβάνεται απόδοση χρημάτων προς τον Οργανισμό Ηνωμένων
Εθνών για όλες τις δαπάνες, όπως τα έξοδα του προσωπικού και των
εγκαταστάσεων, που έχουν αναληφθεί από τον Οργανισμό Ηνωμένων
Εθνών, σύμφωνα με την παράγραφο 3 αυτού του άρθρου.
Άρθρο 19
- Τα κράτη-Μέρη υποβάλλουν στην Επιτροπή, μέσω του Γενικού Γραμματέα
του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, εκθέσεις για τα μέτρα που έχουν
λάβει για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει μ'
αυτή τη σύμβαση, μέσα σε ένα χρόνο μετά την έναρξη ισχύος της,
ως προς το ενδιαφερόμενο κράτος-Μέρος. Κατόπιν τα κράτη-Μέρη υποβάλλουν
συμπληρωματικές εκθέσεις κάθε τέσσερα χρόνια για κάθε νέο μέτρο
που λαμβάνεται, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες εκθέσεις που ζητά
η Επιτροπή.
- Ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών διαβιβάζει
τις εκθέσεις σε όλα τα κράτη-Μέρη.
- Κάθε έκθεση εξετάζεται από την Επιτροπή η οποία μπορεί να κάνει
στην έκθεση τα γενικά σχόλια που θεωρεί αναγκαία και τα διαβιβάζει
στο ενδιαφερόμενο κράτος-Μέρος. Αυτό το κράτος-Μέρος μπορεί σε
απάντηση να ανακοινώσει στην Επιτροπή κάθε παρατήρηση που κρίνει
χρήσιμη.
- Η Επιτροπή μπορεί, κατά την κρίση της, να αποφασίζει να περιλάβει
στην ετήσια έκθεσή της που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 24 κάθε
σχόλιο που έγινε απ' αυτή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου
αυτού, μαζί με τις σχετικές παρατηρήσεις που έχουν ληφθεί από
το ενδιαφερόμενο κράτος-Μέρος. Αν ζητηθεί από το ενδιαφερόμενο
κράτος-Μέρος, η Επιτροπή μπορεί επίσης να περιλάβει ένα αντίγραφο
της έκθεσης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου
αυτού.
Άρθρο 20
- Αν η Επιτροπή λάβει αξιόπιστες πληροφορίες που θεωρεί ότι περιλαμβάνουν
θεμελιωμένες ενδείξεις ότι πραγματοποιούνται βασανιστήρια συστηματικά,
στην εδαφική περιοχή ενός κράτους-Μέρους, καλεί αυτό το κράτος-Μέρος
να συνεργασθεί στην εξέταση των πληροφοριών και, για το σκοπό
αυτό, να υποβάλλει παρατηρήσεις του ως προς το θέμα αυτό.
- Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που τυχόν έχουν υποβληθεί
από το ενδιαφερόμενο κράτος-Μέρος, καθώς επίσης και κάθε άλλης
σχετικής πληροφορίας διαθέσιμης σ' αυτή, η Επιτροπή μπορεί, αν
κρίνει ότι αυτό είναι δικαιολογημένο, να αναθέσει σε ένα ή περισσότερα
από τα μέλη της να διεξαγάγουν μια εμπιστευτική έρευνα και να
συντάξουν επειγόντως έκθεση προς την Επιτροπή.
- Όταν γίνει έρευνα σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου,
η Επιτροπή ζητά τη συνεργασία του ενδιαφερόμενου κράτους-Μέρους.
Σε συμφωνία με αυτό το κράτος-Μέρος, αυτή η έρευνα μπορεί να περιλαμβάνει
επίσκεψη στην εδαφική περιοχή του.
- Μετά την εξέταση των πορισμάτων που υποβλήθηκαν από το μέλος
ή τα μέλη της, σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου, η
Επιτροπή διαβιβάζει αυτά τα πορίσματα στο ενδιαφερόμενο κράτος-Μέρος,
μαζί με κάθε σχόλιο ή υποδείξεις που κρίνει αναγκαίες εν όψει
της συγκεκριμένης περίπτωσης.
- Όλες οι διαδικασίες της Επιτροπής που αναφέρονται στις παραγράφους
1 έως 4 αυτού του άρθρου είναι εμπιστευτικές και, σε όλα τα στάδια
των διαδικασιών, επιζητείται η συνεργασία του κράτους-Μέρους.
Αφού ολοκληρωθούν αυτές οι διαδικασίες σχετικά με μια έρευνα που
γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 η Επιτροπή μπορεί, μετά από
διαβουλεύσεις με το ενδιαφερόμενο κράτος-Μέρος, να αποφασίσει
να περιλάβει μια συνοπτική έκθεση των διαδικασιών στην ετήσια
έκθεσή της, που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 24.
Άρθρο 21
- Κάθε κράτος-Μέρος αυτής της σύμβασης μπορεί σύμφωνα με αυτό
το άρθρο να δηλώνει ότι αναγνωρίζει την αρμοδιότητα της Επιτροπής
να λαμβάνει και να εξετάζει τις ανακοινώσεις με τις οποίες ένα
κράτος-Μέρος ισχυρίζεται ότι ένα άλλο κράτος-Μέρος δεν εκπληρώνει
τις υποχρεώσεις του που απορρέουν απ' αυτή τη σύμβαση. Αυτές οι
ανακοινώσεις μπορεί να λαμβάνονται και να εξετάζονται σύμφωνα
μ' αυτό το άρθρο, μόνον αν υποβάλλονται από ένα κράτος-Μέρος που
έχει κάνει την δήλωση ότι αναγνωρίζει, καθ' όσον αφορά αυτό το
κράτος, την αρμοδιότητα της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν θα ασχολείται
με καμία ανακοίνωση που αφορά ένα κράτος-Μέρος που δεν έχει κάνει
μια τέτοια δήλωση. Οι ανακοινώσεις που λαμβάνονται σύμφωνα μ'
αυτό το άρθρο εξετάζονται σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία:
α) Αν ένα κράτος-Μέρος αυτής της σύμβασης εκτιμά ότι ένα άλλο
κράτος επίσης Μέρος της σύμβασης δεν εφαρμόζει τις διατάξεις
της, μπορεί, με γραπτή ανακοίνωση, να θέσει το θέμα υπόψη αυτού
του κράτους-Μέρους. Μέσα σε τρεις μήνες από τη λήψη της ανακοίνωσης,
το κράτος που τη λαμβάνει θα παρέχει στο κράτος που την έστειλε
εξηγήσεις ή οποιεσδήποτε άλλες γραπτές διευκρινίσεις, που θα
πρέπει να περιλαμβάνουν, στη δυνατή και κατάλληλη έκταση, πληροφορίες
για τους δικούς της δικονομικούς κανόνες και για τα ένδικα μέσα,
που έχουν χρησιμοποιηθεί ή εκκρεμούν ή προσφέρονται για το θέμα
αυτό.
β) Αν το θέμα δεν ρυθμιστεί ικανοποιητικά για τα δύο ενδιαφερόμενα
κράτη-Μέρη, μέσα σε έξι μήνες μετά τη λήψη από το κράτος-αποδέκτη,
της πρώτης ανακοίνωσης, καθένα από τα κράτη θα έχει το δικαίωμα
να αναφέρει το θέμα στην Επιτροπή, με γνωστοποίηση που δίδεται
στην Επιτροπή και στο άλλο κράτος.
γ) Η Επιτροπή μπορεί να ασχοληθεί με το θέμα που της αναφέρθηκε
σύμφωνα μ' αυτό το άρθρο, μόνον αφού βεβαιωθεί ότι όλα τα διαθέσιμα
εσωτερικά ένδικα μέσα έχουν χρησιμοποιηθεί και εξαντληθεί ως
προς το θέμα, σύμφωνα με τις γενικά αναγνωρισμένες αρχές του
διεθνούς δικαίου. Αυτός ο κανόνας δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις
που οι διαδικασίες των ένδικων μέσων επιμηκύνονται υπέρμετρα
ή όταν υπάρχει μικρή πιθανότητα ότι οι διαδικασίες των ένδικων
μέσων θα φέρουν αποτελεσματική ικανοποίηση στο πρόσωπο που είναι
το θύμα της παραβίασης αυτής της σύμβασης.
δ) Η Επιτροπή συνεδριάζει κεκλεισμένων των θυρών όταν εξετάζει
τις ανακοινώσεις που προβλέπονται απ' αυτό το άρθρο.
ε) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της υποπαραγράφου γ, η Επιτροπή
παρέχει τις καλές της υπηρεσίες στα ενδιαφερόμενα κράτη-Μέρη
για μία φιλική επίλυση του ζητήματος, με βάση το σεβασμό στις
υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση. Γι' αυτό
το σκοπό, η Επιτροπή μπορεί, όπου αυτό ενδείκνυται, να συνιστά
μια AD HOC επιτροπή συμφιλίωσης.
στ) Σε κάθε θέμα που υποβάλλεται σ' αυτή σύμφωνα μ' αυτό το
άρθρο, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα ενδιαφερόμενα κράτη-Μέρη,
που αναφέρονται στην υποπαράγραφο β, να παρέχουν κάθε σχετική
πληροφορία.
ζ) Τα ενδιαφερόμενα κράτη-Μέρη, που αναφέρονται στην υποπαράγραφο
β, έχουν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται όταν το θέμα εξετάζεται
από την Επιτροπή και να υποβάλλουν παρατηρήσεις προφορικά ή
εγγράφως, ή και με τη μία ή την άλλη μορφή.
η) Η Επιτροπή, μέσα σε δώδεκα μήνες από την ημερομηνία της
λήψης της γνωστοποίησης που προβλέπεται στην υποπαράγραφο β,
υποβάλλει μια έκθεση:
(ι) αν δίδεται μια λύση, σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου
(ε), η Επιτροπή περιορίζει την έκθεσή της σε μια περιληπτική
αναφορά των γεγονότων και της λύσης που δόθηκε
(ιι) αν δεν δίδεται λύση, σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου
(ε), η Επιτροπή περιορίζει την έκθεσή της σε μια περιληπτική
αναφορά των γεγονότων. Τα κείμενα των εγγράφων αναφορών και
η καταχώρηση των προφορικών που γίνονται από τα ενδιαφερόμενα
κράτη-Μέρη επισυνάπτονται στην έκθεση.
Σε κάθε υπόθεση, η έκθεση κοινοποιείται στα ενδιαφερόμενα
κράτη-Μέρη.
- Οι διατάξεις αυτού του άρθρου θα αρχίσουν να ισχύουν όταν πέντε
κράτη-Μέρη αυτής της σύμβασης θα έχουν κάνει τη δήλωση που προβλέπεται
από την παράγραφο 1 αυτού του άρθρου. Αυτή η δήλωση κατατίθεται
από το κράτος-Μέρος στο Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων
Εθνών, που κοινοποιεί αντίγραφο αυτής στα άλλα κράτη-Μέρη. Μία
δήλωση μπορεί να αποσυρθεί οποτεδήποτε με γνωστοποίηση προς το
Γενικό Γραμματέα. Αυτή η ανάκληση δεν παρεμποδίζει την εξέταση
κάθε θέματος που είναι το αντικείμενο μιας κοινοποίησης που ήδη
έχει διαβιβασθεί σύμφωνα με αυτό το άρθρο. Καμία περαιτέρω κοινοποίηση
από κάθε κράτος-Μέρος δεν θα λαμβάνεται, σύμφωνα μ' αυτό το άρθρο,
μετά τη λήψη από το Γενικό Γραμματέα της γνωστοποίησης ότι η δήλωση
έχει ανακληθεί, εκτός αν το ενδιαφερόμενο κράτος-Μέρος έχει κάνει
νέα δήλωση.
Άρθρο 22
- Κάθε κράτος-Μέρος αυτής της σύμβασης μπορεί, σύμφωνα μ' αυτό
το άρθρο, να δηλώσει οποτεδήποτε ότι αναγνωρίζει την αρμοδιότητα
της Επιτροπής να λαμβάνει και να εξετάζει τις ανακοινώσεις από
ή προς όφελος ατόμων που υπάγονται στη δικαιοδοσία της και ισχυρίζονται
ότι είναι θύματα μιας παραβίασης από ένα κράτος-Μέρος των διατάξεων
της σύμβασης. Καμία ανακοίνωση δε λαμβάνεται από την Επιτροπή
αν αφορά ένα κράτος-Μέρος που δεν έχει κάνει μια τέτοια δήλωση.
- Η Επιτροπή θεωρεί απαράδεκτη κάθε ανακοίνωση, που υποβάλλεται
σύμφωνα μ' αυτό το άρθρο, που είναι ανώνυμη ή που θεωρεί ότι αποτελεί
κατάχρηση του δικαιώματος υποβολής τέτοιων ανακοινώσεων, ή που
είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις αυτής της σύμβασης.
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2, η Επιτροπή
θέτει κάθε ανακοίνωση που υποβλήθηκε σ' αυτή σύμφωνα μ' αυτό το
άρθρο υπόψη του κράτους-Μέρους αυτής της σύμβασης, που έχει κάνει
μια δήλωση σύμφωνα με την παράγραφο 1 και για το οποίο διατυπώνεται
ισχυρισμός ότι παραβιάζει μια οποιαδήποτε διάταξη της σύμβασης.
Μέσα σε έξι μήνες, το κράτος-αποδέκτης υποβάλλει στην Επιτροπή
έγγραφες εξηγήσεις ή αναφορές που διευκρινίζουν την υπόθεση και
κάνουν γνωστά, ενδεχομένως, τα μέτρα αποκατάστασης, που μπορεί
να έχουν ληφθεί από το κράτος.
- Η Επιτροπή εξετάζει τις ανακοινώσεις που λαμβάνονται, σύμφωνα
μ' αυτό το άρθρο, παίρνοντας υπόψη της όλες τις πληροφορίες που
διατέθηκαν σ' αυτήν από ή προς όφελος του ατόμου και από το ενδιαφερόμενο
κράτος-Μέρος.
- Η Επιτροπή δεν θα εξετάζει καμία ατομική ανακοίνωση που γίνεται
βάσει του άρθρου αυτού, χωρίς να βεβαιωθεί ότι:
(α) το ίδιο θέμα δεν έχει εξετασθεί και δεν εξετάζεται σύμφωνα
με κάποια άλλη διαδικασία διεθνούς έρευνας ή διευθέτησης
(β) το άτομο έχει εξαντλήσει όλα τα διαθέσιμα εσωτερικά ένδικα
μέσα. Αυτός ο κανόνας δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που οι
διαδικασίες των ένδικων μέσων επιμηκύνονται υπέρμετρα ή όταν υπάρχει
μικρή πιθανότητα ότι θα φέρουν αποτελεσματική ικανοποίηση στο
πρόσωπο που είναι το θύμα της παραβίασης αυτής της σύμβασης.
- Η Επιτροπή συνεδριάζει κεκλεισμένων των θυρών όταν εξετάζει
τις ανακοινώσεις που προβλέπονται απ' αυτό το άρθρο.
- Η Επιτροπή διαβιβάζει τις απόψεις της στο ενδιαφερόμενο κράτος-Μέρος
και στο άτομο.
- Οι διατάξεις αυτού του άρθρου θα αρχίσουν να ισχύουν όταν πέντε
κράτη-Μέρη αυτής της σύμβασης θα έχουν κάνει τη δήλωση που προβλέπεται
στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου. Αυτή η δήλωση κατατίθεται από
το κράτος-Μέρος στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων
Εθνών, που θα κοινοποιήσει αντίγραφό της στα άλλα κράτη-Μέρη.
Μια δήλωση μπορεί να αποσυρθεί οποτεδήποτε με γνωστοποίηση προς
το Γενικό Γραμματέα. Αυτή η ανάκληση δεν εμποδίζει την εξέταση
κάθε θέματος που είναι το αντικείμενο μιας ανακοίνωσης που ήδη
έχει διαβιβασθεί, σύμφωνα μ' αυτό το άρθρο. Καμία άλλη ανακοίνωση
από ή προς όφελος του ατόμου δε θα λαμβάνεται, σύμφωνα μ' αυτό
το άρθρο, μετά τη λήψη από το Γενικό Γραμματέα της γνωστοποίησης
ότι η δήλωση ανακαλείται, εκτός αν το κράτος-Μέρος έχει κάνει
μια νέα δήλωση.
Άρθρο 23
Τα μέλη της Επιτροπής και των AD HOC επιτροπών συμφιλίωσης,
που μπορεί να διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 1.
ε, θα απολαμβάνουν των διευκολύνσεων, των προνομίων και των ασυλιών
που αναγνωρίζονται στους εμπειρογνώμονες που βρίσκονται σε αποστολή
στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, όπως καθορίζεται στα σχετικά μέρη
της σύμβασης για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών.
Άρθρο 24
Η Επιτροπή υποβάλλει μια ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητές
της σε εφαρμογή αυτής της σύμβασης, προς τα κράτη-Μέρη και τη
Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 1782/88, ΦΕΚ 116Α/88. Επισημαίνεται
το άρθρο 2 του κυρωτικού νόμου, κατά το οποίο οι ελληνικοί ποινικοί
νόμοι εφαρμόζονται σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς για κάθε έγκλημα
που προβλέπεται στο άρθρο 4 της Σύμβασης.
|