ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Διακήρυξη για την προστασία όλων
των ανθρώπων από τα βασανιστήρια και κάθε άλλη σκληρή, απάνθρωπη
και εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή, του 1975.
Στις 9 Δεκεμβρίου 1975 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων
Εθνών ψήφισε μια Διακήρυξη που καταδικάζει κάθε πράξη βασανισμού
ή οποιαδήποτε άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση,
ως προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σύμφωνα με τους όρους αυτής
της Διακήρυξης, κανένα κράτος δεν μπορεί να επιτρέπει ή να ανέχεται
βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Όλα τα
κράτη καλούνται να πάρουν αποτελεσματικά μέτρα για να εμποδίσουν
την εφαρμογή τέτοιων μεθόδων μεταχείρισης στην περιοχή της δικαιοδοσίας
τους.
Η Διακήρυξη είχε ψηφιστεί αρχικά
από το 5ο Συνέδριο του ΟΗΕ για την Πρόληψη της Εγκληματικότητας
και τη Μεταχείριση των Ενόχων, που συνήλθε στη Γενεύη τον Σεπτέμβριο
του 1975 και στη συνέχεια είχε υποβληθεί στη Συνέλευση. Υιοθετώντας
τη Διακήρυξη χωρίς τη διαδικασία ψηφοφορίας, η Συνέλευση υπογράμμισε
ότι τόσο η Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όσο
και η Διεθνής Σύμβαση για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, προβλέπουν
ότι κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε σκληρή,
απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή.
Η Συνέλευση συνέστησε να αποτελέσει
η Διακήρυξη την κατευθυντήρια αρχή για όλα τα κράτη και για κάθε
άλλη αρχή που ασκεί πραγματική εξουσία.
Το κείμενο της Διακήρυξης:
Άρθρο 1
Σύμφωνα με το πνεύμα αυτής της Διακήρυξης,
ο όρος "βασανιστήρια" σημαίνει κάθε πράξη με την οποία ισχυροί πόνοι
και κακουχίες, σωματικές ή πνευματικές, επιβάλλονται εσκεμμένα σ'
ένα πρόσωπο από δημόσιο όργανο ή με την προτροπή του, με σκοπό να
αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο πληροφορίες ή ομολογίες,
να το τιμωρήσει για μια πράξη που έκανε ή που υπάρχουν υποψίες ότι
έχει κάνει ή να εκφοβίσει άλλα πρόσωπα. Στην έννοια αυτή δεν περιλαμβάνονται
πόνοι ή κακουχίες που προέρχονται αποκλειστικά από την επιβολή νομίμων
κυρώσεων είτε είναι το περιεχόμενό τους είτε το αποτέλεσμά τους,
στο μέτρο που οι κυρώσεις αυτές είναι σύμφωνες με τους Ελάχιστους
Κανόνες Μεταχείρισης των Κρατουμένων.
Τα βασανιστήρια αποτελούν μια εσκεμμένη
και επιδεινωμένη μορφή σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης
ή τιμωρίας.
Άρθρο 2
Κάθε πράξη βασανισμού ή άλλη σκληρή,
απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία είναι μια προσβολή
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και θα καταδικάζεται ως άρνηση των σκοπών
του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και ως παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
και των θεμελιωδών ελευθεριών που εξαγγέλλονται στην Παγκόσμια Διακήρυξη
των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Άρθρο 3
Κανένα κράτος δεν μπορεί να επιτρέπει
ή να ανέχεται βασανιστήρια ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική
μεταχείριση ή τιμωρία. Έκτακτες περιστάσεις, όπως η κατάσταση πολέμου
ή η απειλή πολέμου, η εσωτερική πολιτική αστάθεια ή οποιαδήποτε
άλλη δημόσια κατάσταση ανάγκης, δεν μπορούν να προβληθούν ως δικαιολογία
για βασανιστήρια ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση
ή τιμωρία.
Άρθρο 4
Κάθε κράτος, σύμφωνα με τους όρους
αυτής της Διακήρυξης, θα λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να αποτρέψει
την άσκηση βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής
μεταχείρισης ή τιμωρίας, μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του.
Άρθρο 5
Κατά την εκπαίδευση του προσωπικού
του επιφορτισμένου με την εφαρμογή των νόμων καθώς και κάθε άλλου
διοικητικού οργάνου που είναι υπεύθυνο για τα πρόσωπα που έχουν
στερηθεί την ελευθερία τους, πρέπει να διασφαλίζεται ότι λαβαίνουν
πλήρη γνώση της απαγόρευσης των βασανιστηρίων και κάθε άλλης σκληρής,
απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Η απαγόρευση
αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνεται, με τον κατάλληλο τρόπο, μέσα
στους γενικούς κανόνες και τις οδηγίες που εκδίδονται σχετικά με
τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες όλων εκείνων που είναι πιθανό
ν' ασχοληθούν με τη φρούρηση ή τη μεταχείριση τέτοιων προσώπων.
Άρθρο 6
Κάθε κράτος πρέπει να ασκεί συνεχή
και συστηματική επίβλεψη της πρακτικής και των μεθόδων ανάκρισης,
καθώς και των κανονισμών για τη φρούρηση και τη μεταχείριση των
προσώπων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους μέσα στο έδαφός τους,
με σκοπό να αποτραπεί οποιαδήποτε περίπτωση βασανιστηρίων ή άλλης
σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης.
Άρθρο 7
Κάθε κράτος πρέπει να διασφαλίζει
ότι όλες οι πράξεις βασανισμού, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, αποτελούν
αδικήματα κατά την ποινική του νομοθεσία. Το ίδιο θα ισχύει και
για τις πράξεις εκείνες που αποτελούν συμμετοχή, συνενοχή ή παρακίνηση
σε βασανιστήρια ή απόπειρα να τελεστούν βασανιστήρια.
Άρθρο 8
Κάθε πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι
υποβλήθηκε σε βασανιστήρια ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική
μεταχείριση από ένα δημόσιο όργανο ή με την παρακίνησή του, έχει
το δικαίωμα να προσφύγει στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου
κράτους και να ζητήσει μια αμερόληπτη εξέταση της περίπτωσής του.
Άρθρο 9
Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές
του κράτους έχουν βάσιμο λόγο να πιστεύουν ότι έχει διαπραχθεί μια
πράξη βασανισμού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, προβαίνουν αυτεπάγγελτα
σε μια αμερόληπτη εξέταση, έστω και αν δεν έχει γίνει προσφυγή.
Άρθρο 10
Εάν μετά από έρευνα που έγινε, κατά
το άρθρο 8 ή 9, αποδειχθεί ότι πράγματι έχει διαπραχθεί πράξη βασανισμού,
όπως ορίζεται στο άρθρο 1, κινείται ποινική διαδικασία εναντίον
του υποτιθέμενου δράστη ή δραστών, σύμφωνα με τις διατάξεις της
εθνικής ποινικής νομοθεσίας. Εάν αποδειχθεί βάσιμος ένας ισχυρισμός
για άλλες μορφές σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης,
ο υποτιθέμενος δράστης ή οι δράστες θα υπαχθεί σε ποινική πειθαρχική
ή άλλη αρμόζουσα διαδικασία.
Άρθρο 11
Όταν αποδειχθεί ότι έγινε μια πράξη
βασανισμού ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση
από δημόσιο όργανο ή με την προτροπή του, το θύμα έχει δικαίωμα
να ζητήσει επανόρθωση και αποζημίωση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
Άρθρο 12
Οποιαδήποτε δήλωση αποδειχθεί ότι
έγινε κάτω από συνθήκες βασανισμού ή άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή
εξευτελιστικής μεταχείρισης, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία
εναντίον του ενδιαφερόμενου προσώπου ή άλλου προσώπου σε οποιαδήποτε
διαδικασία.
|