ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Σύμβαση για την πρόληψη των βασανιστηρίων
και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, 1987.
Κεφάλαιο Ι
Άρθρο 1
Συνιστάται Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόληψη των
βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας
(στο εξής θα αποκαλείται "Επιτροπή").
Η Επιτροπή μέσω επισκέψεων, εξετάζει τη μεταχείριση
προσώπων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, με σκοπό την ενίσχυση,
αν υπάρχει ανάγκη, της προστασίας τους από βασανιστήρια ή απάνθρωπη
ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.
Άρθρο 2
Κάθε μέρος επιτρέπει επισκέψεις σύμφωνα με τη Σύμβαση
αυτή σε κάθε περιοχή της δικαιοδοσίας του, όπου κρατούνται πρόσωπα,
τα οποία με εντολή δημόσιας αρχής, έχουν στερηθεί την ελευθερία
τους.
Άρθρο 3
Η Επιτροπή και οι αρμόδιες εθνικές αρχές του ενδιαφερόμενου
Μέρους συνεργάζονται για την εφαρμογή της Σύμβασης αυτής.
Κεφάλαιο ΙΙ
Άρθρο 4
- Η Επιτροπή απαρτίζεται από μέλη, ο αριθμός
των οποίων είναι ίσος με τον αριθμό των Μερών.
- Τα μέλη της Επιτροπής επιλέγονται μεταξύ προσωπικοτήτων
υψηλού ήθους, αναγνωρισμένων για την ειδίκευσή τους στον τομέα
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή για την επαγγελματική τους εμπειρία
σε τομείς, οι οποίοι καλύπτονται από την παρούσα Σύμβαση.
- Η Επιτροπή δεν μπορεί να έχει ως μέλη της,
περισσότερους από έναν υπηκόους του ίδιου Κράτους.
- Τα μέλη μετέχουν με την προσωπική τους ιδιότητα,
είναι ανεξάρτητα και αμερόληπτα κατά την άσκηση των καθηκόντων
τους και διαθέσιμα για να εκπληρώσουν κατά τρόπο αποτελεσματικό
τα καθήκοντά τους.
Άρθρο 5
- Τα μέλη της Επιτροπής εκλέγονται από την Επιτροπή
των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης με απόλυτη πλειοψηφία,
από κατάλογο ονομάτων που έχει καταρτίσει το Γραφείο της Συμβουλευτικής
Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η εθνική αντιπροσωπεία
κάθε Μέρους στη Συμβουλευτική Συνέλευση προτείνει τρεις υποψηφίους
από τους οποίους δύο τουλάχιστον είναι υπήκοοί της.
- Η ίδια διαδικασία ακολουθείται για την συμπλήρωση
των θέσεων που θα κενωθούν.
- Τα μέλη της Επιτροπής εκλέγονται για χρονικό
διάστημα τεσσάρων ετών. Δεν επανεκλέγονται παρά μόνο μία φορά.
Η θητεία όμως τριών από τα μέλη που εκλέγονται κατά την πρώτη
εκλογή λήγει μετά παρέλευση δύο ετών. Τα μέλη των οποίων η θητεία
λήγει στο τέλος της αρχικής περιόδου των δύο ετών, ορίζονται
με κλήρωση, που πραγματοποιείται από το Γενικό Γραμματέα του
Συμβουλίου της Ευρώπης ευθύς μετά την ολοκλήρωση της πρώτης
εκλογής.
Άρθρο 6
- Οι συνεδριάσεις της Επιτροπής είναι μυστικές.
Η πλειοψηφία των μελών αποτελεί απαρτία. Οι αποφάσεις της Επιτροπής
λαμβάνονται με την πλειοψηφία των παρόντων μελών, με την επιφύλαξη
των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 2.
- Η Επιτροπή καταρτίζει τον εσωτερικό της κανονισμό.
- Η Γραμματεία της Επιτροπής ορίζεται από τον
Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Άρθρο 7
- Η Επιτροπή οργανώνει επισκέψεις στις περιοχές
που αναφέρονται στο άρθρο 2. Εκτός από περιοδικές επισκέψεις,
η Επιτροπή μπορεί να οργανώσει κάθε άλλη επίσκεψη που, κατά
τη γνώμη της, απαιτείται από τις περιστάσεις.
- Κατά γενικό κανόνα οι επισκέψεις πραγματοποιούνται
από δύο τουλάχιστον μέλη της Επιτροπής. Η Επιτροπή μπορεί, αν
το κρίνει απαραίτητο, να βοηθείται από εμπειρογνώμονες και διερμηνείς.
Άρθρο 8
- Η Επιτροπή θα γνωστοποιεί στην κυβέρνηση του
ενδιαφερόμενου Μέρους την πρόθεσή της να πραγματοποιήσει επίσκεψη.
Μετά την γνωστοποίηση αυτήν, η Επιτροπή μπορεί να επισκέπτεται,
οποτεδήποτε, τις περιοχές που αναφέρονται στο άρθρο 2.
- Το Μέρος οφείλει να παρέχει στην Επιτροπή
τις ακόλουθες διευκολύνσεις για την εκπλήρωση του σκοπού της:
(α) πρόσβαση στο έδαφός του και το δικαίωμα να μετακινείται
σ' αυτό χωρίς περιορισμούς
(β) πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τους τόπους όπου κρατούνται
πρόσωπα, τα οποία έχουν στερηθεί την ελευθερία τους
(γ) απεριόριστη πρόσβαση σε κάθε χώρο όπου κρατούνται πρόσωπα
τα οποία έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, συμπεριλαμβανομένου
του δικαιώματος να μετακινείται στο εσωτερικό των χωρών αυτών
χωρίς περιορισμούς
(δ) κάθε άλλη πληροφορία, την οποία διαθέτει το Μέρος, και η
οποία είναι αναγκαία στην Επιτροπή για την εκπλήρωση του σκοπού
της. Αναζητώντας τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή λαμβάνει
υπόψη της τους κανόνες δικαίου και δεοντολογίας που εφαρμόζονται
σε εθνικό επίπεδο.
- Η Επιτροπή μπορεί να συνομιλεί ιδιαιτέρως
με τα πρόσωπα που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους.
- Η Επιτροπή μπορεί να επικοινωνεί ελεύθερα
με κάθε πρόσωπο, το οποίο πιστεύει ότι μπορεί να της δώσει χρήσιμες
πληροφορίες.
- Εάν συντρέχει περίπτωση η Επιτροπή μπορεί
να ανακοινώνει αμέσως τις παρατηρήσεις της στις αρμόδιες αρχές
του ενδιαφερόμενου Μέρους.
Άρθρο 9
- Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές
του ενδιαφερόμενου Μέρους μπορούν να γνωστοποιούν στην Επιτροπή
αντιρρήσεις τους ως προς την επίσκεψη, όσον αφορά το χρόνο πραγματοποίησής
της, ή το συγκεκριμένο χώρο, τον οποίο η Επιτροπή προτίθεται
να επισκεφθεί. Τέτοιες αντιρρήσεις δεν μπορούν να προβάλλονται
παρά μόνο για λόγους εθνικής άμυνας ή δημόσιας ασφάλειας ή λόγω
σοβαρών ταραχών στους χώρους όπου κρατούνται πρόσωπα, τα οποία
έχουν στερηθεί την ελευθερία τους ή λόγω της κατάστασης της
υγείας ενός προσώπου, ή σε περίπτωση που βρίσκεται σε εξέλιξη
επείγουσα εξέταση σε διενεργούμενη ανάκριση, για σοβαρή ποινική
παράβαση.
- Μετά από τις αντιρρήσεις αυτές, η Επιτροπή
και το Μέρος συνέρχονται αμέσως σε διαβουλεύσεις, προκειμένου
να διευκρινιστεί η κατάσταση και να καταλήξουν σε συμφωνία όσον
αφορά τις διευθετήσεις που θα επιτρέπουν στην Επιτροπή να ασκήσει
τα καθήκοντά της το ταχύτερο δυνατό. Οι διευθετήσεις αυτές,
μπορεί να περιλαμβάνουν τη μεταφορά σε άλλο χώρο κάθε προσώπου,
το οποίο η Επιτροπή προτίθεται να επισκεφθεί. Μέχρις ότου πραγματοποιηθεί
η επίσκεψη, το Μέρος παρέχει στην Επιτροπή πληροφορίες για κάθε
πρόσωπο για το οποίο ενδιαφέρεται.
Άρθρο 10
- Μετά από κάθε επίσκεψη, η Επιτροπή συντάσσει
έκθεση για τα γεγονότα που διεπίστωσε κατά την διάρκειά της,
λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παρατηρήσεις, οι οποίες ενδεχομένως
έχουν διατυπωθεί από το ενδιαφερόμενο Μέρος. Διαβιβάζει σ' αυτό
την έκθεσή της, που περιέχει τις συστάσεις, τις οποίες κρίνει
απαραίτητες.
Η Επιτροπή μπορεί να αρχίσει διαβουλεύσεις
με το Μέρος για να υποδείξει, εάν υπάρχει ανάγκη, βελτιώσεις
στην προστασία των προσώπων, που έχουν στερηθεί την ελευθερία
τους.
- Εάν το Μέρος δεν συνεργάζεται ή αρνείται να
βελτιώσει την κατάσταση σύμφωνα με τις συστάσεις της Επιτροπής,
η τελευταία μπορεί, με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών της
και αφού δώσει τη δυνατότητα στο Μέρος να εκθέσει τις απόψεις
του, να αποφασίσει να κάνει δημόσια δήλωση σχετικά με το θέμα
αυτό.
Άρθρο 11
- Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται από την
Επιτροπή με την ευκαιρία μιας επίσκεψης, η έκθεσή της και οι
διαβουλεύσεις της με το ενδιαφερόμενο Μέρος είναι απόρρητες.
- Η Επιτροπή δημοσιεύει την έκθεσή της καθώς
και κάθε σχόλιο του ενδιαφερόμενου Μέρους, εάν αυτό το ζητήσει.
- Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δημοσιευτούν
προσωπικά στοιχεία χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του προσώπου, το
οποίο αφορούν.
Άρθρο 12
Κάθε χρόνο, η Επιτροπή υποβάλλει στην Επιτροπή
Υπουργών, τηρώντας τους κανόνες απορρήτου, που προβλέπονται
στο άρθρο 11, μια γενική έκθεση για τις δραστηριότητές της,
η οποία διαβιβάζεται στη Συμβουλευτική Συνέλευση και δημοσιεύεται.
Άρθρο 13
Τα μέλη της Επιτροπής, οι εμπειρογνώμονες και
τα άλλα πρόσωπα που τη βοηθούν, έχουν υποχρέωση κατά τη διάρκεια
της θητείας τους και μετά τη λήξη της, να τηρούν εχεμύθεια για
τα γεγονότα ή τις πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση τους κατά
την άσκηση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 14
- Τα ονόματα των προσώπων που βοηθούν την Επιτροπή
πρέπει να αναφέρονται στη γνωστοποίηση που γίνεται σύμφωνα με
το άρθρο 8, παράγραφος 1.
- Οι εμπειρογνώμονες ενεργούν σύμφωνα με τις
οδηγίες και με ευθύνη της Επιτροπής. Πρέπει να έχουν ειδικές
γνώσεις και εμπειρία στα θέματα που καλύπτονται από τη Σύμβαση
αυτή, δεσμεύονται με τις ίδιες υποχρεώσεις ανεξαρτησίας και
αμεροληψίας και είναι διαθέσιμα για να εκπληρώσουν τα καθήκοντά
τους όπως και τα μέλη της Επιτροπής.
- Κατ' εξαίρεση, ένα Μέρος μπορεί να δηλώσει
ότι ένας εμπειρογνώμονας ή άλλο πρόσωπο που βοηθά την Επιτροπή,
δεν θα λάβει μέρος στην επίσκεψη μιας περιοχής που ανήκει στη
δικαιοδοσία του.
Κεφάλαιο ΙV
Άρθρο 15
Κάθε Μέρος ανακοινώνει στην Επιτροπή το όνομα
και τη διεύθυνση της αρχής, που είναι αρμόδια να δέχεται τις
κοινοποιήσεις εγγράφων που απευθύνονται στην κυβέρνησή του,
καθώς και κάθε άλλου συνδέσμου που μπορεί να έχει ορίσει για
το σκοπό αυτόν.
Άρθρο 16
Η Επιτροπή, τα μέλη της και οι εμπειρογνώμονες
που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, απολαμβάνουν των προνομίων
και ασυλιών, που προβλέπονται στο παράρτημα αυτής της Σύμβασης.
Άρθρο 17
- Η Σύμβαση αυτή δεν θίγει τις διατάξεις της
εσωτερικής νομοθεσίας ή τις διεθνείς συμφωνίες, που εξασφαλίζουν
μεγαλύτερη προστασία στα πρόσωπα που έχουν στερηθεί την ελευθερία
τους.
- Καμιά διάταξη αυτής της Σύμβασης δεν μπορεί
να ερμηνευθεί ότι περιορίζει ή μειώνει τις αρμοδιότητες των
οργάνων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή
τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί από τα Μέρη σύμφωνα με τη
Σύμβαση αυτή.
- Η Επιτροπή δεν θα επισκέπτεται τις περιοχές
τις οποίες αντιπρόσωποι ή εκπρόσωποι προστατευτικών δυνάμεων
ή της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού επισκέπτονται αποτελεσματικά
και σε τακτικά διαστήματα, δυνάμει των Συμβάσεων της Γενεύης
της 12ης Αυγούστου 1949 και των πρόσθετων Πρωτοκόλλων της 8ης
Ιουνίου 1977.
Κεφάλαιο V
Άρθρο 18
Η Σύμβαση αυτή είναι ανοικτή για υπογραφή από
τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Υπόκειται σε επικύρωση,
αποδοχή ή έγκριση. Τα όργανα επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης
θα κατατεθούν στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Άρθρο 19
- Η Σύμβαση αυτή θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη
ημέρα του επόμενου μήνα μετά τη λήξη μιας περιόδου τριών μηνών
από την ημερομηνία κατά την οποία επτά Κράτη μέλη του Συμβουλίου
της Ευρώπης θα έχουν εκφράσει τη συγκατάθεσή τους να δεσμευθούν
από τη Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18.
- Για κάθε Κράτος μέλος που θα εκφράσει μεταγενέστερα
τη συγκατάθεσή του να δεσμευθεί από τη Σύμβαση, αυτή θα αρχίσει
να ισχύει την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα μετά τη λήξη μιας
περιόδου 3 μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του οργάνου επικύρωσης,
αποδοχής ή έγκρισης.
Άρθρο 20
- Κάθε Κράτος μπορεί κατά τη στιγμή της υπογραφής
ή της κατάθεσης του οργάνου επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης,
να ορίσει την ή τις περιοχές στις οποίες θα εφαρμόζεται η Σύμβαση
αυτή.
- Κάθε Κράτος μπορεί, οποτεδήποτε μεταγενέστερα,
με δήλωσή του προς το Γενικό Γραμματέα της Ευρώπης, να επεκτείνει
την εφαρμογή της Σύμβασης αυτής, σε κάθε άλλη περιοχή που θα
ορίζεται στη δήλωση.
Η Σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει, ως προς την
περιοχή αυτή, την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα μετά τη λήξη
μιας περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία λήψης από τον
Γενικό Γραμματέα της δήλωσης αυτής.
- Κάθε δήλωση που γίνεται σύμφωνα με τις δύο
προηγούμενες παραγράφους μπορεί να αποσύρεται, ως προς την περιοχή
που καθορίζεται σ' αυτήν, με γνωστοποίηση προς τον Γενικό Γραμματέα.
Η ανάκληση θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα του επόμενου
μήνα μετά τη λήξη μιας περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία
λήψης από τον Γενικό Γραμματέα της γνωστοποίησης αυτής.
Άρθρο 21
Καμιά επιφύλαξη δεν γίνεται δεκτή στις διατάξεις
της Σύμβασης αυτής.
Κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 1949/91,
ΦΕΚ 83Α/91.
|